σπεῖρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : σπείρα

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σπεῖρα σπείρα σπεῖραι
Γενική σπείρας σπείραιν σπειρῶν
Δοτική σπείρ σπείραιν σπείραις
Αιτιατική σπεῖραν σπείρα σπείρας
Κλητική σπεῖρα σπείρα σπεῖραι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπεῖρα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sper- (συστρέφω, γυρίζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπεῖρα θηλυκό

  1. οτιδήποτε είναι στριμμένο ελικοειδώς ή είναι τυλιγμένο γύρω από κάτι, σπείρα
  2. (ειδικότερα) η κάθε έλικα τού (1)
  3. (αρχιτεκτονική) η βάση ενός κίονα ιωνικού ρυθμού
  4. (μαθηματικά)
  5. (στρατιωτικός όρος) στρατιωτικό σώμα διακοσίων ανδρών (δύο εκατονταρχίες, διλοχία)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: λατινικά manipulus
  6. (στρατιωτικός όρος) στρατιωτική μονάδα σαν την κοόρτη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: λατινικά cohors
  7. σχοινί, παλαμάρι, κάλως
  8. είδος κόμμωσης
  9. (θρησκεία) ομάδα ατόμων που μετέχουν σε θρησκευτική τελετή ή λατρεία
  10. (πληθυντικός) σπεῖραι:
    1. οι καμπύλες, οι έλικες ενός ερπετού που είναι κουλουριασμένο
    2. οι καμπύλες, οι έλικες ενός σχοινιού που είναι κουλουριασμένο
    3. σπεῖραι βόειαι: λωρίδες από δέρμα βοδιού, που τύλιγαν οι πυγμάχοι γύρω από τα χέρια τους
      Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: λατινικά caestus