σπηλαιολόγου

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

σπηλαιολόγου αρσενικό ή θηλυκό

  1. σπηλαιολόγος, στη γενική του ενικού