σπιθαμή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπιθαμή σπιθαμές
γενική σπιθαμής σπιθαμών
αιτιατική σπιθαμή σπιθαμές
κλητική σπιθαμή σπιθαμές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σπιθαμή < αρχαία ελληνική σπιθαμή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σπιθαμή θηλυκό

  1. Ανθρωπομετρική μονάδα μήκους, η απόσταση ανάμεσα στα άκρα των τεντωμένων δακτύλων αντίχειρα και μικρού, ίση με 18 εκατοστά περίπου.
  2. βυζαντινή μονάδα μήκους ίση με τρεις παλαιστές ή δώδεκα δακτύλους

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σπιθαμή < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σπιθαμή θηλυκό

  1. το μήκος που αντιστοιχεί στο άνοιγμα μιας ανθρώπινης παλάμης