σπινθήρας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπινθήρας σπινθήρες
γενική σπινθήρα σπινθήρων
αιτιατική σπινθήρα σπινθήρες
κλητική σπινθήρα σπινθήρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπινθήρας < αρχαία ελληνική σπινθήρ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /spin.ˈθi.ɾas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπινθήρες

σπινθήρας αρσενικό

  1. μικρό σωματίδιο πυρακτωμένης ύλης, το οποίο έχει δημιουργηθεί από φωτιά ή την τριβή ή τη σύγκρουση άλλων σωμάτων
  2. (φυσική) η έντονη και απρόσμενη λάμψη, η οποία προκαλείται από την αλληλεπίδραση αγωγών με υψηλό φορτίο ή από ένα ηλεκτρικό πεδίο. Συχνά, συνοδεύεται από παραγωγή θερμότητας ή κρότου
  3. (μεταφορικά) κάτι στο οποίο οφείλεται ένα γεγονός ή μια κατάσταση


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]