Μετάβαση στο περιεχόμενο

σπινθηρίσουν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σπινθηρίσουν

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπινθηρίζω
  2. θα σπινθηρίσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σπινθηρίζω