Μετάβαση στο περιεχόμενο

σπινθηροβολήσει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

σπινθηροβολήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος σπινθηροβολώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σπινθηροβολώ
  3. θα σπινθηροβολήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σπινθηροβολώ