σπιτάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπιτάκι σπιτάκια
γενική
αιτιατική σπιτάκι σπιτάκια
κλητική σπιτάκι σπιτάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπιτάκι < σπίτι + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπιτάκι ουδέτερο

  1. μικρό σπίτι
    Το σπιτάκι του σκύλου.

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σπίτι μου, σπιτάκι μου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]