σπλήνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σπλήνα οι σπλήνες
      γενική της σπλήνας των σπληνών
    αιτιατική τη σπλήνα τις σπλήνες
     κλητική σπλήνα σπλήνες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Λαπαροσκόπηση ανθρώπινης σπλήνας

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπλήνα < μεσαιωνική ελληνική σπλήνα (θηλυκό) < αρχαία ελληνική σπλήν (αρσενικό) < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *spelgh- (σπλήνα)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈspli.na/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπλήνα θηλυκό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]