Μετάβαση στο περιεχόμενο

σπογγιά

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική σπογγιᾱ́ αἱ σπογγιαί
      γενική τῆς σπογγιᾶς τῶν σπογγιῶν
      δοτική τῇ σπογγι ταῖς σπογγιαῖς
    αιτιατική τὴν σπογγιᾱ́ν τὰς σπογγιᾱ́ς
     κλητική ! σπογγιᾱ́ σπογγιαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σπογγιᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  σπογγιαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'στρατιά' όπως «στρατιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σπογγιά < σπόγγος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σπογγιά θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]