σπογγιά
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | σπογγιᾱ́ | αἱ | σπογγιαί |
| γενική | τῆς | σπογγιᾶς | τῶν | σπογγιῶν |
| δοτική | τῇ | σπογγιᾷ | ταῖς | σπογγιαῖς |
| αιτιατική | τὴν | σπογγιᾱ́ν | τὰς | σπογγιᾱ́ς |
| κλητική ὦ! | σπογγιᾱ́ | σπογγιαί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | σπογγιᾱ́ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | σπογγιαῖν | ||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'στρατιά' όπως «στρατιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σπογγιά < σπόγγος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σπογγιά θηλυκό
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- σπογγιά - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'στρατιά' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'στρατιά' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)