σπουδή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | σπουδή | οι | σπουδές |
| γενική | της | σπουδής | των | σπουδών |
| αιτιατική | τη | σπουδή | τις | σπουδές |
| κλητική | σπουδή | σπουδές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σπουδή < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την αρχαία ελληνική σπουδή < σπεύδω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική étude και λατινική studium)
- για τη σημασία «βιασύνη» < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική σπουδή[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /spuˈði/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σπου‐δή
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σπουδή θηλυκό
- η ενέργεια του σπουδάζω, η μελέτη, η σοβαρή ενασχόληση με ένα αντικείμενο
- ※ Ὁ Γερμανὸς διψῶν εὐρυτέρας μαθήσεως καὶ διαφλεγόμενος ἐκ τοῦ πόθου νὰ ἐγκύψῃ συστηματικώτερον περὶ τὴν μελέτην τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας εἰςήχθη ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Μαζαράκη εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τῆς Χάλκης, ἔνθα ἐμορφώθη ἐγκυκλοπαιδικώτερον καὶ ἐπεδόθη περὶ τὴν σπουδὴν ὑψηλοτέρων θεολογικῶν μαθημάτων. (Ανώνυμος, Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890, Γερμανός Καλλιγάς, μητροπολίτης Αθηνών, 1890)
- (στον πληθυντικό) η φοίτηση σε ένα σχολείο ή πανεπιστήμιο
- (ζωγραφική) προσχέδιο ζωγραφικού έργου
- (μουσική) μουσικό έργο, συνήθως για ένα όργανο, που έχει σαν βασικό θέμα του μια τεχνική δυσκολία
Ο Σοπέν (Chopin) έγραψε 24 Σπουδές για πιάνο: τις δώδεκα études με αριθμό opus 10 και τo έργο 25 με άλλες δώδεκα.
- λόγιο ή λαϊκότροπο η βιασύνη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ σπουδή - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | σπουδή | αἱ | σπουδαί |
| γενική | τῆς | σπουδῆς | τῶν | σπουδῶν |
| δοτική | τῇ | σπουδῇ | ταῖς | σπουδαῖς |
| αιτιατική | τὴν | σπουδήν | τὰς | σπουδᾱ́ς |
| κλητική ὦ! | σπουδή | σπουδαί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | σπουδᾱ́ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | σπουδαῖν | ||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σπουδή < (σπεύδω) μεταπτωτική βαθμίδα σπουδ- + -ή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *speud- (σπουδή, βιασύνη)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σπουδή θηλυκό
- η ενέργεια του σπεύδω, η ταχύτητα, η γρηγοράδα
- αἱ μὲν ἄρ' ἔνθ' ἦλθον, σπουδῇ δ' ἤλυξαν ὄλεθρον //ἄνδρες, ἀτὰρ νῆάς γε ποτὶ σπιλάδεσσιν ἔαξαν // κύματ' (Οδύσσεια, γ 297-9)
- Ἐκεῖ τὰ πλοῖα ξέπεσαν καὶ σπάσανε στὰ βράχια καὶ μετὰ βίας ἀπὸ χαμὸ γλυτώσανε οἱ ἀνθρῶποι (μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη)
- αἱ μὲν ἄρ' ἔνθ' ἦλθον, σπουδῇ δ' ἤλυξαν ὄλεθρον //ἄνδρες, ἀτὰρ νῆάς γε ποτὶ σπιλάδεσσιν ἔαξαν // κύματ' (Οδύσσεια, γ 297-9)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- σπουδάζω
- σπουδαῖος & παράγωγα όπως σπουδαιότης
- (Χρειάζεται επεξεργασία)
Πηγές
[επεξεργασία]- σπουδή - Βασικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής - Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2006‑2008. greek‑language.gr
- σπουδή - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- σπουδή - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Ζωγραφική (νέα ελληνικά)
- Μουσική (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)