Μετάβαση στο περιεχόμενο

σπουδή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σπουδή οι σπουδές
      γενική της σπουδής των σπουδών
    αιτιατική τη σπουδή τις σπουδές
     κλητική σπουδή σπουδές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σπουδή < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την αρχαία ελληνική σπουδή < σπεύδω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική étude και λατινική studium)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /spuˈði/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σπουδή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σπουδή θηλυκό

  1. η ενέργεια του σπουδάζω, η μελέτη, η σοβαρή ενασχόληση με ένα αντικείμενο
      Ὁ Γερμανὸς διψῶν εὐρυτέρας μαθήσεως καὶ διαφλεγόμενος ἐκ τοῦ πόθου νὰ ἐγκύψῃ συστηματικώτερον περὶ τὴν μελέτην τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας εἰςήχθη ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Μαζαράκη εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τῆς Χάλκης, ἔνθα ἐμορφώθη ἐγκυκλοπαιδικώτερον καὶ ἐπεδόθη περὶ τὴν σπουδὴν ὑψηλοτέρων θεολογικῶν μαθημάτων. (Ανώνυμος, Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890, Γερμανός Καλλιγάς, μητροπολίτης Αθηνών, 1890)
  2. (στον πληθυντικό) η φοίτηση σε ένα σχολείο ή πανεπιστήμιο
  3. (ζωγραφική) προσχέδιο ζωγραφικού έργου
  4. (μουσική) μουσικό έργο, συνήθως για ένα όργανο, που έχει σαν βασικό θέμα του μια τεχνική δυσκολία
    παράδειγμα  Ο Σοπέν (Chopin) έγραψε 24 Σπουδές για πιάνο: τις δώδεκα études με αριθμό opus 10 και τo έργο 25 με άλλες δώδεκα.
  5. λόγιο ή λαϊκότροπο η βιασύνη

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική σπουδή αἱ σπουδαί
      γενική τῆς σπουδῆς τῶν σπουδῶν
      δοτική τῇ σπουδ ταῖς σπουδαῖς
    αιτιατική τὴν σπουδήν τὰς σπουδᾱ́ς
     κλητική ! σπουδή σπουδαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σπουδᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  σπουδαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σπουδή < (σπεύδω) μεταπτωτική βαθμίδα σπουδ- + < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *speud- (σπουδή, βιασύνη)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σπουδή θηλυκό

  • η ενέργεια του σπεύδω, η ταχύτητα, η γρηγοράδα
    αἱ μὲν ἄρ' ἔνθ' ἦλθον, σπουδῇ δ' ἤλυξαν ὄλεθρον //ἄνδρες, ἀτὰρ νῆάς γε ποτὶ σπιλάδεσσιν ἔαξαν // κύματ' (Οδύσσεια, γ 297-9)
    Ἐκεῖ τὰ πλοῖα ξέπεσαν καὶ σπάσανε στὰ βράχια καὶ μετὰ βίας ἀπὸ χαμὸ γλυτώσανε οἱ ἀνθρῶποι (μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη)

Συγγενικά

[επεξεργασία]