σπουδή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπουδή σπουδές
γενική σπουδής σπουδών
αιτιατική σπουδή σπουδές
κλητική σπουδή σπουδές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπουδή < αρχαία ελληνική σπουδή < σπεύδω (1-4. σημασιολογικό δάνειο από γαλλική étude και λατινική studium)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /spu.ˈði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπουδή θηλυκό

  1. η ενέργεια του σπουδάζω, η μελέτη, η σοβαρή ενασχόληση με ένα αντικείμενο
  2. (στον πληθυντικό) η φοίτηση σε ένα σχολείο ή πανεπιστήμιο
  3. προσχέδιο ζωγραφικού έργου
  4. (μουσική) μουσικό έργο που μιμείται κάτι ή χρησιμοποιείται για διδασκαλία
  5. η βιασύνη

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σπουδή σπουδά σπουδαί
Γενική σπουδῆς σπουδαῖν σπουδῶν
Δοτική σπουδ σπουδαῖν σπουδαῖς
Αιτιατική σπουδήν σπουδά σπουδάς
Κλητική σπουδή σπουδά σπουδαί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπουδή < σπεύδω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *speud- (σπουδή, βιασύνη)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπουδή θηλυκό

  1. η ενέργεια του σπεύδω, η ταχύτητα, η γρηγοράδα