σπουργίτι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπουργίτι σπουργίτια
γενική σπουργιτιού σπουργιτιών
αιτιατική σπουργίτι σπουργίτια
κλητική σπουργίτι σπουργίτια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μσν. σπουργίτης < ελνστ. πυργίτης < πύργος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /spuɾ.ˈʝi.ti/
θηλυκό σπουργίτι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπουργίτι ουδέτερο και σπουργίτης

  1. (ορνιθολογία) μικρόσωμο πουλί (Passer domesticus) με μικρό ράμφος και γκρίζο, άσπρο και καφέ φτέρωμα

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. τρώω σα(ν) σπουργίτι: τρώω πολύ λίγο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]