Μετάβαση στο περιεχόμενο

σπρώχνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σπρώχνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπρώχνω. Ενδιάμεση ετυμολόγηση αβέβαιη· κατά μία άποψη < *σπρώθνω, με μεταπλασμό < *εἰσπροώθνω, με αποβολή < *εἰσπροώθω, με αναβιβασμό και μεταπλασμό < *εἰσπροωθῶ. Κατ᾿ άλλη άποψη η σημερινή μορφή προέρχεται από το αρχαία ελληνική προωθῶ, με ανάπτυξη προθετικού σ- (παραβάλετε σκύπτω < κύπτω)[1]. Για την μεταπλασμένη κατάληξη παραβάλετε στριμώχνω, διώχνω κτλ.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈspɾo.xno/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σπρώχνω

σπρώχνω, παθ.φωνή: σπρώχνομαι, μτχ.π.π.: σπρωγμένος

  1. ωθώ κάτι προσπαθώντας να το μετακινήσω
  2. (μεταφορικά) παρακινώ κάποιον να κάνει κάτι
  3. (μεταφορικά) προωθώ

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.