σπόγγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σπόγγος οι σπόγγοι
      γενική του σπόγγου των σπόγγων
    αιτιατική τον σπόγγο τους σπόγγους
     κλητική σπόγγε σπόγγοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπόγγος < αρχαία ελληνική σπόγγος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπόγγος αρσενικό

  1. θαλάσσιο σφουγγάρι, ο κεράτινος σκελετός του ομώνυμου ζώου
  2. (ειδικότερα) το σφουγγάρι που χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό του μαυροπίνακα σε εκπαιδευτικές μονάδες
  3. (ζωολογία): θαλάσσιο ζώο, το απλούστερο των πολυκυττάρων που μένει προσκολλημένο στο βυθό.
  4. στον πληθυντικό: οι Σπόγγοι αποτελούν ιδιαίτερη συνομοταξία του ζωικού βασιλείου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπόγγος θηλυκό

  1. σπόγγος, θαλάσσιο σφουγγάρι

Άλλες μορφές[επεξεργασία]