Μετάβαση στο περιεχόμενο

σπόριον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ σπόριον τὰ σπόρι
      γενική τοῦ σπορίου τῶν σπορίων
      δοτική τῷ σπορί τοῖς σπορίοις
    αιτιατική τὸ σπόριον τὰ σπόρι
     κλητική ! σπόριον σπόρι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σπορίω
γεν-δοτ τοῖν  σπορίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σπόριον (ελληνιστική κοινή) < δάνειο από λέξη των Σαβίνων κατά τον Πλούταρχο (δείτε τη σημασία για τη λατινική spurium στο παρακάτω παράθεμα). Μορφολογικά αναλύεται σε αρχαία ελληνική σπόρ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -ιον.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σπόριον, -ου ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)

Σημειώσεις

[επεξεργασία]