στάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στάζω < αρχαία ελληνική στάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στάζω

  1. (για υγρό) πέφτω σε πολύ μικρές ποσότητες και σιγά σιγά
    Μπροστά της είχε σχηματιστεί από το νερό που έσταζε από την οροφή μια λιμνούλα. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)
  2. (κατ’ επέκταση) (για αντικείμενο) πέφτει ή εκκρίνεται σιγά σιγά υγρό που περιέχεται στο αντικείμενο ή που βρίσκεται πίσω από αυτό
    πάλι στάζει η βρύση
  3. (συνεκδοχικά) (για πρόσωπο) ρίχνω κάποιο υγρό σε μικρές ποσότητες
    στάζουμε μερικές σταγόνες λάδι στο τηγάνι
  4. (λαϊκότροπο) πληρώνω
    στάξε τώρα και δυο χιλιάρικα για τα υλικά!

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στάζω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) -stag-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στάζω θηλυκό

  1. στάζω

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]