στάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στάζω < αρχαία ελληνική στάζω

Ρήμα[επεξεργασία]

στάζω

  1. (για υγρό) πέφτω σε πολύ μικρές ποσότητες και σιγά σιγά
    Μπροστά της είχε σχηματιστεί από το νερό που έσταζε από την οροφή μια λιμνούλα. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)
  2. (κατ' επέκταση) (για αντικείμενο) πέφτει ή εκκρίνεται σιγά σιγά υγρό που περιέχεται στο αντικείμενο ή που βρίσκεται πίσω από αυτό
    πάλι στάζει η βρύση
  3. (συνεκδοχικά) (για πρόσωπο) ρίχνω κάποιο υγρό σε μικρές ποσότητες
    στάζουμε μερικές σταγόνες λάδι στο τηγάνι
  4. (λαϊκότροπο) πληρώνω
    στάξε τώρα και δυο χιλιάρικα για τα υλικά!
  5. τρατάρω
    έλα γυναίκα, στάξε μας να πιούμε λίγη ρακί

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στάζω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) -stag-

Ρήμα[επεξεργασία]

στάζω θηλυκό

  1. στάζω

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]