στάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στάζω

Ρήμα[επεξεργασία]

στάζω, αόρ.: έσταξα (χωρίς παθητική φωνή)

  1. (για υγρό) πέφτω σε πολύ μικρές ποσότητες και σιγά σιγά
    ※  Μπροστά της είχε σχηματιστεί από το νερό που έσταζε από την οροφή μια λιμνούλα. (Ευγενία Φακίνου (1987). Η μεγάλη πράσινη [μυθιστόρημα])
  2. (κατ' επέκταση) (για αντικείμενο) πέφτει ή εκκρίνεται σιγά σιγά υγρό που περιέχεται στο αντικείμενο ή που βρίσκεται πίσω από αυτό
    πάλι στάζει η βρύση
  3. (συνεκδοχικά) (για πρόσωπο) ρίχνω κάποιο υγρό σε μικρές ποσότητες
    στάζουμε μερικές σταγόνες λάδι στο τηγάνι
  4. (λαϊκότροπο) πληρώνω
    στάξε τώρα και δυο χιλιάρικα για τα υλικά!
  5. τρατάρω
    έλα γυναίκα, στάξε μας να πιούμε λίγη ρακή

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

 ετυμολογικό πεδίο 
σταζ-, σταγ- 

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στάζω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *-stag-

Ρήμα[επεξεργασία]

στάζω θηλυκό

  • στάζω
    ※  458 πΚΕ, Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων, Πάροδος, 179–183 greek-language.gr: (Μετάφραση: Ιωνάννης Γρυπάρης)
    στάζει δ’ ἔν θ’ ὕπνῳ πρὸ καρδίας
    μνησιπήμων πόνος: καὶ παρ’ ἄ-
    κοντας ἦλθε σωφρονεῖν.
    δαιμόνων δέ που χάρις βίαιος
    σέλμα σεμνὸν ἡμένων.
    στάζει τον πόνο, που θυμίζει / με τρόμο τα παθήματά μας / κι αθέλητα μας συνετίζει. / μα αλήθεια, χάρη ᾽ναι και μόνο / που κυβερνούν μ᾽ αυστηροσύνη / οι θεοί τον κόσμο απ᾽ το ψηλό τους θρόνο.
    ΣτΕ. Αγγλική μετάφραση απήγγειλε σε προεκλογική του συγκέντρωση ο Ρόμπερτ Κέννεντυ το 1968 καθώς ανακοίνωνε την είδηση της δολοφονίας του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.[1]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

 ετυμολογικό πεδίο 
σταζ-, σταγ- 

Σύνθετα[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. video@youtube 0'41'' ο Ρόμπερτ Κέννεντυ απαγγέλλει Αισχύλο, 1968. πρόσβαση:2021.03.15.

Πηγές[επεξεργασία]