Μετάβαση στο περιεχόμενο

στάρι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στάρι τα στάρια
      γενική του σταριού των σταριών
    αιτιατική το στάρι τα στάρια
     κλητική στάρι στάρια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στάρι < σιτάρι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στάρι ουδέτερο

  1. άλλη μορφή του σιτάρι
      20ός/21ος αιώνας Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Μικρά Αγγλία, (1997), [μυθιστόρημα]
    Μπορεί να ήταν οι αναθυμιάσεις, ανάβουνε με την υγρασία τα στάρια και στο χαπιάρισμα γίνονται ζαβομάρες, μπορεί και να ’φταιγε το παστό, καούρα τον έπιασε τον Σάββα Σαλταφέρο, μα δεν του πήγαινε ν’ αφήσει μονάχο τον Νικηφόρο στο αμπάρι, αγγάρεψε το βαφτιστηράκι του και τον Στέλιο, με πλάτες, ποντίκια κι οι δυο, πιάστε να τον αποθέσουμε στην πλώρη, δέκα λεπτών δουλειά.
  2. (ιδιωματικό) άλλη μορφή του αστάρι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]