στάσιμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στάσιμος στάσιμη στάσιμο
γενική στάσιμου στάσιμης στάσιμου
αιτιατική στάσιμο στάσιμη στάσιμο
κλητική στάσιμε στάσιμη στάσιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στάσιμοι στάσιμες στάσιμα
γενική στάσιμων στάσιμων στάσιμων
αιτιατική στάσιμους στάσιμες στάσιμα
κλητική στάσιμοι στάσιμες στάσιμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στάσιμος < αρχαία ελληνική στάσιμος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsta.si.mɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈsta.si.mi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈsta.si.mɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στάσιμος, -η, -ο

  1. που δεν μετακινείται
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ακίνητος
  2. που δεν μεταβάλλεται
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αμετάβλητος
  3. που δεν εξελίσσεται ή δεν προάγεται

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]