Μετάβαση στο περιεχόμενο

στάσις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
στᾰσῐ- στᾰσε-
ονομαστική στάσῐς αἱ στάσεις
      γενική τῆς στάσεως τῶν στάσεων
      δοτική τῇ στάσει ταῖς στάσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν στάσῐν τὰς στάσεις
     κλητική ! στάσῐ στάσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  στάσει
γεν-δοτ τοῖν  στασέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'πόλις' όπως «πόλις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στάσις < θέμα στα- (δείτε ἵστημι) + -σις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στάσις θηλυκό

  1. ο τρόπος με τον οποίο στέκεται κάποιος, το στήσιμο, η τοποθέτηση
  2. η θέση, στάθμευση, ακινησία
  3. το σημείο του ορίζοντα όπως φαίνεται στην πυξίδα
  4. κοινωνική κατάσταση / κοινωνική θέση
  5. φατρία, κόμμα, ομάδα
  6. πολιτική ομάδα με σκοπό την επανάσταση / το πραξικόπημα
  7. πραξικόπημα, λαϊκή εξέγερση
      Ἡ μὲν δὴ Ἀθήνησι στάσις οὕτως ἐτελεύτησεν
    Η μεν εξέγερση στην Αθήνα έτσι τελείωσε
    Ξενοφών,