στέαρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
στεᾰρ- στεᾱτ-
ονομαστική τὸ στέαρ τὰ στέατ
      γενική τοῦ στέατος τῶν στεάτων
      δοτική τῷ στέατ τοῖς στέασῐ(ν)
    αιτιατική τὸ στέαρ τὰ στέατ
     κλητική ! στέαρ στέατ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  στέατε
γεν-δοτ τοῖν  στεάτοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ἧπαρ' όπως «ἧπαρ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στέαρ < ἵστημι λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στέαρ ουδέτερο (& συνηρημένο: στῆρ)

  1. λίπος
  2. πάχος
  3. ξίγκι

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]