στέκι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | στέκι | τα | στέκια |
| γενική | του | στεκιού | των | στεκιών |
| αιτιατική | το | στέκι | τα | στέκια |
| κλητική | στέκι | στέκια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]στέκι ουδέτερο
- συνηθισμένο σημείο συνάντησης μιας παρέας, π.χ. ένα καφενείο ή ένα μπαρ
- ※ Πῆγα εὐτὺς στὰ γνωστά μου «στέκια» νὰ συναντήσω τοὺς φίλους μου ποὺ παίζανε. (Κώστας Βάρναλης, Φιλολογικά απομνημονεύματα, 1980)
- ※ Γνώριζαν πολύ καλά τα στέκια των αργυραμοιβών, με παρακράτηση του «νομίμου» ποσοστού από την ανταλλαγή. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]Ουσιαστικό
[επεξεργασία]στέκι ουδέτερο
- (ελληνοαμερικανικά) η μπριζόλα
- Είχε εστιατόριο κι έψηνε στέκια.
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ στέκι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας