στέκω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στέκω < μεσαιωνική ελληνική στέκω < ελληνιστική κοινή στήκω < αρχαία ελληνική ἕστηκα (παρακείμενος του ἵστημι) [1]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στέκω (παρατατικός: έστεκα - αμετάβατο, χωρίς συνοπτικούς χρόνους)

  1. (λαϊκότροπο) στέκομαι
    1. σταματώ, δεν κινούμαι
    2. (τριτοπρόσωπο): ισχύει, είναι σωστό
      Αυτή η θεωρία δε στέκει επιστημονικά, δεν αντέχει σε κριτική.
    3. (απρόσωπο): είναι σωστό, αποδεκτό
      Στέκει στην εποχή μας να παντρεύεται σε ηλικία 14 ετών; Δε στέκει.

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Προστακτική (ιδιωματικά): στέκα (β' ενικό), στεκάτε (β' πληθυντικό). Για επιπλέον τύπους, βλ. στέκομαι. [2]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. στέκω έστεκα θα στέκω να στέκω στέκοντας
β' ενικ. στέκεις έστεκες θα στέκεις να στέκεις
γ' ενικ. στέκει έστεκε θα στέκει να στέκει
α' πληθ. στέκουμε στέκαμε θα στέκουμε να στέκουμε
β' πληθ. στέκετε στέκατε θα στέκετε να στέκετε στέκετε
γ' πληθ. στέκουν(ε) έστεκαν
στέκαν(ε)
θα στέκουν(ε) να στέκουν(ε)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. στέκω στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. για την κλίση, δείτε: Ιορδανίδου, Άννα (1998, 8η έκδ.). Τα ρήματα της νέας ελληνικής. Αθήνα: Πατάκης (©1991, 1η έκδοση:1992).