στέρηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στέρηση στερήσεις
γενική στέρησης
& στερήσεως
στερήσεων
αιτιατική στέρηση στερήσεις
κλητική στέρηση στερήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στέρηση < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στέρηση θηλυκό

  1. Έλλειψη.
    Η στέρηση βιταμινών μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές νόσους.
  2. Το να μην έχει κάποιος τα αναγκαία.
    Έζησε μια ζωή γεμάτη στερήσεις.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]