στέρνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Η θωρακική κοιλότητα και το στέρνο (με γαλάζιο χρώμα)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στέρνο στέρνα
γενική στέρνου στέρνων
αιτιατική στέρνο στέρνα
κλητική στέρνο στέρνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στέρνο < αρχαία ελληνική στέρνον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στέρνο ουδέτερο

  • οστό σε σχήμα ξίφους στη μέση του στήθους
  • η περιοχή του στήθους


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]