στήλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : στύλοι, στῦλοι, στύλος, στῦλος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στήλη στήλες
γενική στήλης στηλών
αιτιατική στήλη στήλες
κλητική στήλη στήλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στήλη < αρχαία ελληνική στήλη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *stl̥-neh₂ < *stel- (τοποθετώ, θέτω) (ή < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sth₂-sleh₂ < *steh₂-: ἵστημι) (2,3,4: σημασιολογικό δάνειο από γαλλική pile / colonne)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsti.li/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στήλη θηλυκό

  1. μαρμάρινη ή μεταλλική πλάκα με χαραγμένη επιγραφή, αναρτημένη σε εξωτερικό ή εσωτερικό χώρο
  2. οτιδήποτε μοιάζει με στήλη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: στοίβα, σωρός
  3. το καθένα από τα κάθετα διαιρεμένα τμήματα μιας σελίδας
  4. (κατ’ επέκταση) τμήμα εφημερίδας με συγκεκριμένο θέμα καθώς και τα κείμενα που δημοσιεύονται εκεί

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]