στίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στίζω < αρχαία ελληνική στίζω < πρωτοελληνική stiďďō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *steyg- (τρυπώ, διατρυπώ, νύσσω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

στίζω (παθητική φωνή: (σπάνιο) στίζομαι)

  1. (λόγιο) τοποθετώ σε γραπτό κείμενο κάποιο σημείο στίξης (τελεία, θαυμαστικό κ.λπ.)
  2. (λόγιο) δημιουργώ στίγματα σε μια επιφάνεια
    συνώνυμα: διαστίζω, στιγματίζω
  3. (ειδικότερα) χαράζω τατουάζ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]