στίχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : στοίχος, στοῖχος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στίχος στίχοι
γενική στίχου στίχων
αιτιατική στίχο στίχους
κλητική στίχε στίχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στίχος < αρχαία ελληνική στίχος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *steygʰ- (περπατώ, βαδίζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsti.xɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στίχος αρσενικό

  1. γραμμή, αράδα γραπτού κειμένου, κυρίως ποιήματος. Συγχέεται με τον στοίχο, αλλά εκείνος αφορά την ίσια γραμμή στη "στοίχηση" ανδρών, αντικειμένων κ.λπ. και όχι την ποίηση
  2. (κατ’ επέκταση) η ποιητική μορφή, η ποίηση
    ο τάδε διέπρεψε και στην πεζογραφία και στο στίχο
  3. (πληθυντικός) το κείμενο, τα λόγια ενός τραγουδιού
    στο διαδίκτυο είναι εύκολο να βρεις τους στίχους οποιουδήποτε τραγουδιού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική στίχος στίχω στίχοι
Γενική στίχου στίχοιν στίχων
Δοτική στίχ στίχοιν στίχοις
Αιτιατική στίχον στίχω στίχους
Κλητική στίχε στίχω στίχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στίχος < στείχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *steygʰ- (περπατώ, βαδίζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στίχος αρσενικό

  1. σειρά, αράδα στρατιωτών, δέντρων κ.λπ.
  2. σειρά, γραμμή ποιήματος ή πεζού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]