σταγονίδιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σταγονίδιο σταγονίδια
γενική σταγονιδίου
& σταγονίδιου
σταγονιδίων
& σταγονίδιων
αιτιατική σταγονίδιο σταγονίδια
κλητική σταγονίδιο σταγονίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταγονίδιο < σταγόνα + υποκοριστικό επίθημα -ίδιο < καθαρεύουσα σταγονίδιον < σταγόνα + υποκοριστικό επίθημα -ίδιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σταγονίδιο ουδέτερο

  1. υποκοριστικό του σταγόνα
  2. (μεταφορικά) (μειωτικά) χαρακτηρισμός χουντικών ή υποστηρικτών τους στα σώματα ασφαλείας και στις ένοπλες δυνάμεις
    Η λέξη «σταγονίδια» αναφέρθηκε από το αείμνηστο Αβέρωφ όταν είχε ξεσπάσει το πραξικόπημα του 1975, το λεγόμενο «πραξικόπημα της πιτζάμας», και είχε πει ότι έχουν μείνει ορισμένα χουντικά «σταγονίδια» στο στράτευμα. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]