σταγόνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σταγόνα σταγόνες
γενική σταγόνας σταγόνων
αιτιατική σταγόνα σταγόνες
κλητική σταγόνα σταγόνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταγόνα < αρχαία ελληνική σταγών
μια σταγόνα νερού ενώ πέφτει

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σταγόνα θηλυκό

  1. μικρή ποσότητα υγρού σε σχήμα σχεδόν σφαιρικό που σχηματίζεται ενώ το υγρό πέφτει
  2. ίχνος από μικρή ποσότητα υγρού πάνω σε στερεή επιφάνεια
  3. (μεταφορικά) μικρή ποσότητα από κάτι

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]