Μετάβαση στο περιεχόμενο

σταζ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σταζ < γαλλική stage

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σταζ ουδέτερο άκλιτο

Η Μαρία δεν βρήκε δουλειά και αναγκάστηκε να μπει σε ένα πρόγραμμα "σταζ" για να αποκτήσει προϋπηρεσία. Εκεί συνάντησε και άλλους καθώς και άλλες σταζιέρ

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]