σταθεροποίηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | σταθεροποίηση | οι | σταθεροποιήσεις |
| γενική | της | σταθεροποίησης* | των | σταθεροποιήσεων |
| αιτιατική | τη | σταθεροποίηση | τις | σταθεροποιήσεις |
| κλητική | σταθεροποίηση | σταθεροποιήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, σταθεροποιήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σταθεροποίηση < σταθεροποιώ + -ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σταθεροποίηση θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σταθεροποιώ
- ※ Η διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης και η σταθεροποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος αποτελούν βασική προϋπόθεση για την παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία και άρα και για την πολυπόθητη ανάκαμψη. (εφημερδία Το Βήμα, 31/8/2012)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σταθεροποίηση