σταθμάρχης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σταθμάρχης οι σταθμάρχες
      γενική του σταθμάρχη των σταθμαρχών
    αιτιατική τον σταθμάρχη τους σταθμάρχες
     κλητική σταθμάρχη σταθμάρχες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταθμάρχης < σταθμός + -άρχης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σταθμάρχης αρσενικό

  1. ο επικεφαλής ενός σταθμού (τρένων, λεωφορείων, χωροφυλακής κ.λπ.)
  2. ο επικεφαλής ενός τοπικού παραρτήματος της αμερικανικής υπηρεσίας πληροφοριών (CIA)
    Γκάφα του Λευκού Οίκου: Αποκάλυψε την ταυτότητα σταθμάρχη της CIA. Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε κατά λάθος το όνομα του επικεφαλής της CIA στο Αφγανιστάν. (...) Η λίστα με τα ονόματα 15 αξιωματούχων δόθηκε σε 6.000 άτομα, όπως αναφέρει το περιοδικό Time, με το όνομα του σταθμάρχη της CIA να συμπεριλαμβάνεται κανονικά στον κατάλογο. (*)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]