σταθμίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταθμίζω < αρχαία ελληνική σταθμίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

σταθμίζω

  1. χειρίζομαι κάποιο όργανο για να βρω τη στάθμη
  2. (μεταφορικά) πριν πάρω κάποια απόφαση, αξιολογώ τα πιθανά αποτελέσματα μελετώντας όλες περιπτώσεις


Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταθμίζω < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

σταθμίζω

  1. ζυγίζω, προσδιορίζω το βάρος