σταθμίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταθμίζω < αρχαία ελληνική σταθμίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σταθμίζω

  1. χειρίζομαι κάποιο όργανο για να βρω τη στάθμη
  2. (μεταφορικά) πριν πάρω κάποια απόφαση, αξιολογώ τα πιθανά αποτελέσματα μελετώντας όλες περιπτώσεις


Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταθμίζω < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σταθμίζω

  1. ζυγίζω, προσδιορίζω το βάρος