σταλίκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σταλίκι σταλίκια
γενική σταλικιού σταλικιών
αιτιατική σταλίκι σταλίκια
κλητική σταλίκι σταλίκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταλίκι < ελληνιστική κοινή στάλιξ < αρχαία ελληνική στέλλω < πρωτοελληνική *stéľľō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stel- (θέτω, βάζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σταλίκι ουδέτερο

  1. πάσσαλος στον οποίο οι ψαράδες έδεναν κάτι (π.χ. τα δίχτυα) ή χρησίμευε ως ορόσημο
  2. μακρόστενο κοντάρι (συνήθως με διχαλωτή άκρη) που το βυθίζουν οι βαρκάρηδες σε αβαθή νερά και πιέζοντάς το στο βυθό κινούν τις βάρκες τους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]