σταματώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταματώ < μεσαιωνική ελληνική < στάμα (κάθισμα) < ἵσταμαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σταματώ

  1. (μεταβατικό) διακόπτω μια ενέργεια ενός άλλου ανθρώπου ή πράγματος
    σταμάτα τον πριν κάνει κάτι που θα το μετανιώσει
  2. (μεταβατικό) διακόπτω μια δική μου ενέργεια
    σταμάτα τις ανοησίες
  3. (αμετάβατο) παύω να κινούμαι
    το αυτοκίνητο δεν σταμάτησε στο κόκκινο φανάρι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]