Μετάβαση στο περιεχόμενο

στασίδι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στασίδι τα στασίδια
      γενική του στασιδιού των στασιδιών
    αιτιατική το στασίδι τα στασίδια
     κλητική στασίδι στασίδια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στασίδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στασίδι (τύπος του στασίδιν, στασίδιον) < αρχαία ελληνική στάσ(ις) + υποκοριστικό επίθημα -ίδιον > -ίδιν > -ίδι [1]
Σειρά από στασίδια με κλειστό το σπαστό ξύλο καθίσματος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /staˈsi.ði/
τυπογραφικός συλλαβισμός: στασίδι
Στασίδια με μορφή πάγκου
Ξύλινα στασίδια με μορφή μεμονωμένων καθισμάτων με χωρίσματα.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στασίδι ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στασίδι ουδέτερο