στασιμοπληθωρισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- στασιμοπληθωρισμός < στάσιμος + -ο- + πληθωρισμός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική stagflation[1])
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]στασιμοπληθωρισμός αρσενικό
- (οικονομία) οικονομικό φαινόμενο κατά το οποίο ο πληθωρισμός και η ανεργία παραμένουν ταυτόχρονα σε υψηλά επίπεδα, χωρίς να παρουσιάζουν σημάδια υποχώρησης, συνήθως συνοδευόμενο από χαμηλή ή αναιμική οικονομική ανάπτυξη
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] στασιμοπληθωρισμός
- ↑ στασιμοπληθωρισμός - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Οικονομία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)