Μετάβαση στο περιεχόμενο

στασιμοπληθωρισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο στασιμοπληθωρισμός οι στασιμοπληθωρισμοί
      γενική του στασιμοπληθωρισμού των στασιμοπληθωρισμών
    αιτιατική τον στασιμοπληθωρισμό τους στασιμοπληθωρισμούς
     κλητική στασιμοπληθωρισμέ στασιμοπληθωρισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στασιμοπληθωρισμός < στάσιμος + -ο- + πληθωρισμός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική stagflation[1])

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στασιμοπληθωρισμός αρσενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  1. στασιμοπληθωρισμός - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)