στατιστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στατιστικός στατιστική στατιστικό
γενική στατιστικού στατιστικής στατιστικού
αιτιατική στατιστικό στατιστική στατιστικό
κλητική στατιστικέ στατιστική στατιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στατιστικοί στατιστικές στατιστικά
γενική στατιστικών στατιστικών στατιστικών
αιτιατική στατιστικούς στατιστικές στατιστικά
κλητική στατιστικοί στατιστικές στατιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στατιστικός < γαλλική statistique < γερμανική Statistik

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στατιστικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στη στατιστική
    στατιστικά στοιχεία, στατιστική ανάλυση
  2. (ουσιαστικοποιημένο) στατιστική

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]