σταυροθόλιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σταυροθόλιο σταυροθόλια
γενική σταυροθολίου σταυροθολίων
αιτιατική σταυροθόλιο σταυροθόλια
κλητική σταυροθόλιο σταυροθόλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταυροθόλιο < → λείπει η ετυμολογία
στοά με σταυροθόλια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σταυροθόλιο ουδέτερο

  1. είδος τετραμερούς θόλου που προκύπτει από την τομή δύο κυλινδρικών θόλων

το σταυροθόλιο προκύπτει από την τομή δύο κυλινδρικών θόλων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]