σταυροκοπιέμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταυροκοπιέμαι < από το δύσχρηστο πια σταυροκοπώ

Ρήμα[επεξεργασία]

σταυροκοπιέμαι και σταυροκοπούμαι

  1. κάνω (συνήθως παραπάνω από μια φορά) το σταυρό μου, δηλαδή το σημείο του σταυρού επάνω μου, είτε από έκπληξη, είτε από δέος, φόβο
    Τρέχει ἔξω· κράζει τούς συντρόφους του. Γυρίζουν ἐκεῖνοι στίς φωνές, κοιτάζουν καί σταυροκοπιοῦνται. Ἄγγελος εἶναι, ἄνθρωπος εἶναι, δέν ξέρουν. (Α. Καρκαβίτσας, "Οι Φρεγάδες")

Μεταφράσεις[επεξεργασία]