σταυροφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σταυροφόρος σταυροφόροι
γενική σταυροφόρου σταυροφόρων
αιτιατική σταυροφόρο σταυροφόρους
κλητική σταυροφόρε σταυροφόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταυροφόρος < σταυρός + φέρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σταυροφόρος θηλυκό

  1. άρχοντας, ιππότης ή οπλίτης, που λάμβανε μέρος σε μια σταυροφορία. Λεγόταν έτσι λόγω του σταυρού που έφερε πάνω στα ενδύματά του και την ασπίδα του


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]