σταυρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σταυρώνω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

σταυρώνω, παρατ.: σταύρωνα, στιγμ. μέλλ.: θα σταυρώσω, αόρ.: σταύρωσα , παθ.φωνή: σταυρώνομαι , μτχ.π.π.: σταυρωμένος

  1. δένω ή καρφώνω κάποιον πάνω σε σταυρό μέχρι να πεθάνει
  2. (μεταφορικά) βασανίζω κάποιον, τον κάνω να υποφέρει
    με σταύρωσε τόση ώρα με την πολυλογία του
  3. σχηματίζω το σημείο του σταυρού ως ευλογία και αποτρεπτικό του κακού
  4. τοποθετώ δύο αντικείμενα το ένα πάνω στο άλλο και χιαστί
    • (μεταφορικά) σταυρώνω τα χέρια: κρατάω παθητική στάση, μένω αδρανής και δεν παίρνω πρωτοβουλία ούτε αντιδρώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

δείτε τη λέξη: σταυρός

Εκφράσεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]