Μετάβαση στο περιεχόμενο

σταυρώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σταυρώνω < σταυρός + -ώνω

σταυρώνω, πρτ.: σταύρωνα, στ.μέλλ.: θα σταυρώσω, αόρ.: σταύρωσα, παθ.φωνή: σταυρώνομαι, μτχ.π.π.: σταυρωμένος

  1. δένω ή καρφώνω κάποιον πάνω σε σταυρό μέχρι να πεθάνει
  2. (μεταφορικά) βασανίζω κάποιον, τον κάνω να υποφέρει
    με σταύρωσε τόση ώρα με την πολυλογία του
  3. σχηματίζω το σημείο του σταυρού ως ευλογία και αποτρεπτικό του κακού
  4. τοποθετώ δύο αντικείμενα το ένα πάνω στο άλλο και χιαστί
  5. διασταυρώνομαι με
      Ακριτικό τραγούδι από τη Δ. Μακεδονία,   ebooks.edu.gr Νέα Ελληνικά Β' ΕΠΑ.Λ. Γενικής Παιδείας, ημερομηνία ανάκτησης: 24-12-2024
    Λεβέντης εροβόλησε από ψηλή ραχούλα
    Βαστάει το φέσι χαμηλά και τον τσιαμπά κλωσμένο
    Στη στράτα όπου πήγαινε, στη στράτα όπου πηγαίνει
    το γέρο-χάρο σταύρωνε και τον καλημερνούσε

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 δείτε τη λέξη  σταυρός

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]