σταφυλή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σταφυλή σταφυλές
γενική σταφυλής σταφυλών
αιτιατική σταφυλή σταφυλές
κλητική σταφυλή σταφυλές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταφυλή < αρχαία ελληνική σταφυλίς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σταφυλή θηλυκό

  1. (βοτανική) ο καρπός της αμπέλου που φέρεται στο τσαμπί, η σταφυλορώγα
  2. στην αρχαιότητα ονομαζόταν και ολόκληρο το τσαμπί, ή βότρυς
  3. (ανατομία) η πριν τον φάρυγγα ραγοειδής προεκβολή (αρχαία ελληνική κιονῖς, ή σταφυλίτης)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]