σταφυλή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σταφυλή οι σταφυλές
      γενική της σταφυλής των σταφυλών
    αιτιατική τη σταφυλή τις σταφυλές
     κλητική σταφυλή σταφυλές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταφυλή < αρχαία ελληνική σταφυλίς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σταφυλή θηλυκό

  1. (βοτανική) ο καρπός της αμπέλου που φέρεται στο τσαμπί, η σταφυλορώγα
  2. στην αρχαιότητα ονομαζόταν και ολόκληρο το τσαμπί, ή βότρυς
  3. (ανατομία) η πριν τον φάρυγγα ραγοειδής προεκβολή (αρχαία ελληνική κιονῖς, ή σταφυλίτης)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]