Μετάβαση στο περιεχόμενο

σταφυλίτης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σταφυλίτης οι σταφυλίτες
      γενική του σταφυλίτη των σταφυλιτών
    αιτιατική τον σταφυλίτη τους σταφυλίτες
     κλητική σταφυλίτη σταφυλίτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σταφυλίτης < σταφυλ(ή) + -ίτης < αρχαία ελληνική στᾰφῠλή (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική staphylin)[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σταφυλίτης αρσενικό

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική σταφυλίτης οἱ σταφυλῖται
      γενική τοῦ σταφυλίτου τῶν σταφυλιτῶν
      δοτική τῷ σταφυλίτ τοῖς σταφυλίταις
    αιτιατική τὸν σταφυλίτην τοὺς σταφυλίτᾱς
     κλητική ! σταφυλῖτ σταφυλῖται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σταφυλίτ
γεν-δοτ τοῖν  σταφυλίταιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'στρατιώτης' όπως «στρατιώτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σταφυλίτης (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική σταφυλ(ή) + -ίτης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

στᾰφῠλῑ́της, -ου αρσενικό (ελληνιστική κοινή)