σταφυλίτης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σταφυλίτης < σταφυλ(ή) + -ίτης < αρχαία ελληνική στᾰφῠλή (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική staphylin)[1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σταφυλίτης αρσενικό
- (ανατομία) άλλη μορφή του σταφυλή
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σταφυλίτης
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ σταφυλίτης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | σταφυλίτης | οἱ | σταφυλῖται | ||||
| γενική | τοῦ | σταφυλίτου | τῶν | σταφυλιτῶν | ||||
| δοτική | τῷ | σταφυλίτῃ | τοῖς | σταφυλίταις | ||||
| αιτιατική | τὸν | σταφυλίτην | τοὺς | σταφυλίτᾱς | ||||
| κλητική ὦ! | σταφυλῖτᾰ | σταφυλῖται | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | σταφυλίτᾱ | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | σταφυλίταιν | ||||||
| Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό. | ||||||||
| 1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'στρατιώτης' όπως «στρατιώτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σταφυλίτης (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική σταφυλ(ή) + -ίτης
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]στᾰφῠλῑ́της, -ου αρσενικό (ελληνιστική κοινή)
- προστάτης σταφυλιών (προσωνυμία του Διονύσου)
Πηγές
[επεξεργασία]- σταφυλίτης - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ίτης (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'στρατιώτης' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'στρατιώτης' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'στρατιώτης' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση όπως τα -ης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Δημιουργία λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με επίθημα -ίτης (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Προσωνυμίες (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)