σταφυλομαρουλοσαλάτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σταφυλομαρουλοσαλάτα οι σταφυλομαρουλοσαλάτες
      γενική της σταφυλομαρουλοσαλάτας
    αιτιατική τη σταφυλομαρουλοσαλάτα τις σταφυλομαρουλοσαλάτες
     κλητική σταφυλομαρουλοσαλάτα σταφυλομαρουλοσαλάτες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταφυλομαρουλοσαλάτα < σταφύλια + μαρούλι + σαλάτα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σταφυλομαρουλοσαλάτα θηλυκό

  1. (γαστρονομία): σαλάτα από τρυφερά φύλλα μαρουλιού με σταφύλια μαύρα, κομμένα στη μέση, και κύβους από ξεφλουδισμένα ροδάκινα ανακατεμένα με σάλτσα από κρέμα γάλακτος, χυμό μανταρίνι, λάδι και ξίδι, ρίχνοντας στο τέλος αλάτι και λίγο πιπέρι.
    η σταφυλομαρουλοσαλάτα είναι πολύ διαδεδομένη στην Ιταλία και συνοδεύει ψητά κρέατα και ψάρια

Μεταφράσεις[επεξεργασία]