σταχανοβισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σταχανοβισμός < (Αλεξέι) Σταχάνοβ• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σταχανοβισμός αρσενικό
- κίνημα της Σοβιετικής Ένωσης, κατά τη δεκαετία του 1930, που προωθούσε την ορθολογικοποίηση της εργασίας μέσω καλύτερης οργάνωσης και τεχνικής κατάρτισης με στόχο την υπερπαραγωγή
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σταχανοβισμός