Μετάβαση στο περιεχόμενο

σταχανοβισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σταχανοβισμός οι σταχανοβισμοί
      γενική του σταχανοβισμού των σταχανοβισμών
    αιτιατική τον σταχανοβισμό τους σταχανοβισμούς
     κλητική σταχανοβισμέ σταχανοβισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σταχανοβισμός < (Αλεξέι) Σταχάνοβ Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σταχανοβισμός αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]