σταχτόνερο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σταχτόνερο τα σταχτόνερα
      γενική του σταχτόνερου των σταχτόνερων
    αιτιατική το σταχτόνερο τα σταχτόνερα
     κλητική σταχτόνερο σταχτόνερα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταχτόνερο < σταχτο- + νερό

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σταχτόνερο ουδέτερο

  1. νερό στο οποίο έχουμε διαλύσει κατά το βράσιμο στάχτη {παραδοσιακό μέσο για πλύσιμο)

Ταυτόσημο[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]