στα σκαριά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- στα σκαριά < → λείπει η ετυμολογία
Έκφραση
[επεξεργασία]στα σκαριά
- σε προετοιμασία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] στα σκαριά
|
|
στα σκαριά
|
|