στείλει
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]στείλει
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στέλνω
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέλνω
- θα στείλει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέλνω