στείρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στείρα στείρες
γενική στείρας στείρων
αιτιατική στείρα στείρες
κλητική στείρα στείρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. στείρα < αρχαία ελληνική στεῖρα, θηλυκό του στεῖρος
2, 3. στείρα < αρχαία ελληνική στεῖρα < στερεός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στείρα θηλυκό

  1. θηλυκό του στείρος
  2. (ναυτικός όρος) η πρωραία προέκταση της τρόπιδας που ανορθώνεται μέχρι το ανώτερο σημείο της πλώρης πλοίου, σκάφους ή λέμβου
    Η στείρα (ξύλινη ή μεταλλική δοκός) λαμβάνει την κλίση ανάλογα του τύπου της πλώρης του σκάφους, αποτελεί δε την ακμή της σύνδεσης των παρειών του σκάφους.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κοράκι
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ποδόστημα, ποδόσταμο
  3. (ιχθυολογία) είδος ψαριού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

στείρα