στείρωση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | στείρωση | οι | στειρώσεις |
| γενική | της | στείρωσης* | των | στειρώσεων |
| αιτιατική | τη | στείρωση | τις | στειρώσεις |
| κλητική | στείρωση | στειρώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, στειρώσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- στείρωση < ελληνιστική κοινή στείρωσις[1] [2] [3] (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική stérilisation[1] [2])
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]στείρωση θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στειρώνω
- ※ Έχουμε Θρησκεία. Κεράκια, εικόνες, λιβανίσματα, σταυροκοπήματα, μετανίσματα απλά, μετανίσματα με ουρά. Δογματισμός, στείρωση πνευματική, αναχρονισμός, μεγαλορημοσύνη, διδασκαλία «απ'άμβωνος», υποκρισία (καμιά φορά). Παπαδισμός. (εφημ. Ταχυδρόμος, αρ. φύλλου 1846, Μυτιλήνη, 19//1/1931 )
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] στείρωση
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 στείρωση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- 1 2 στείρωση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ↑ στείρωσις - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)